Γνωστό φάρμακο επιβραδύνει το Αλτσχάιμερ - Τι δείχνει νέα μελέτη
Μεγάλη σουηδική μελέτη συνδέει τα νεότερα αντιπηκτικά με πιο αργή γνωστική έκπτωση και λιγότερα εγκεφαλικά σε ασθενείς με Αλτσχάιμερ.
Μια μεγάλη σουηδική μελέτη δείχνει ότι ορισμένα σύγχρονα αντιπηκτικά συνδέονται με πιο αργή επιδείνωση της μνήμης και της σκέψης σε ανθρώπους που έχουν ταυτόχρονα Αλτσχάιμερ και κολπική μαρμαρυγή. Οι ερευνητές βρήκαν επίσης λιγότερα εγκεφαλικά επεισόδια και χαμηλότερη θνησιμότητα, χωρίς να καταγράψουν αύξηση στις σοβαρές αιμορραγίες.
Η μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 12 Αυγούστου 2026 στο European Heart Journal, εξετάζει ένα ιδιαίτερα δύσκολο ιατρικό πρόβλημα: τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος έχει τόσο νόσο Αλτσχάιμερ όσο και κολπική μαρμαρυγή. Οι δύο παθήσεις εμφανίζονται συχνά μαζί, με την κολπική μαρμαρυγή να διαταράσσει τον καρδιακό ρυθμό, αυξάνοντας τον κίνδυνο θρόμβων και εγκεφαλικού, ενώ η νόσος Αλτσχάιμερ προκαλεί σταδιακή απώλεια μνήμης και άλλων νοητικών λειτουργιών. Μάλιστα, σύμφωνα με τους ερευνητές, η κολπική μαρμαρυγή υπάρχει περίπου στο 20% των ανθρώπων όταν διαγιγνώσκονται με άνοια. Η σχέση τους δεν φαίνεται να εξηγείται μόνο από τα εμφανή εγκεφαλικά επεισόδια. Μικρές βλάβες στον εγκέφαλο, μειωμένη κυκλοφορία του αίματος και μικροαιμορραγίες μπορεί επίσης να παίζουν ρόλο.
Τι εξέτασαν οι ερευνητές
Οι επιστήμονες θέλησαν να δουν αν η επιλογή του αντιπηκτικού σχετίζεται όχι μόνο με την πρόληψη εγκεφαλικών επεισοδίων, αλλά και με την πορεία των νοητικών λειτουργιών στους ανθρώπους που έχουν ήδη Αλτσχάιμερ. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησαν στοιχεία από τα εθνικά μητρώα υγείας της Σουηδίας. Εντόπισαν ανθρώπους που είχαν διαγνωστεί με Αλτσχάιμερ μεταξύ 2007 και 2020 και είχαν ήδη κολπική μαρμαρυγή. Από τους 95.701 ανθρώπους που υπήρχαν αρχικά στο σουηδικό μητρώο άνοιας, οι ερευνητές κατέληξαν σε 7.308 άτομα που πληρούσαν τα κριτήρια της μελέτης.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: 3.341 δεν έπαιρναν αντιπηκτικά, 2.277 έπαιρναν βαρφαρίνη και 1.690 έπαιρναν τα νεότερα από του στόματος αντιπηκτικά, γνωστά ως NOACs. Η μέση ηλικία κατά τη διάγνωση του Αλτσχάιμερ ήταν τα 82,6 χρόνια. Οι ερευνητές παρακολούθησαν την πορεία της νοητικής λειτουργίας χρησιμοποιώντας το MMSE, ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο τεστ που αξιολογεί βασικές ικανότητες όπως τη μνήμη, τον προσανατολισμό και τη σκέψη. Οι εξετάσεις αξιολογήθηκαν σε ετήσια βάση για έως και πέντε χρόνια. Παράλληλα, οι επιστήμονες κατέγραψαν εγκεφαλικά επεισόδια ή εμβολές, σοβαρές αιμορραγίες, κατάγματα και θανάτους. Χρησιμοποίησαν στατιστικές μεθόδους ώστε οι τρεις ομάδες να είναι όσο το δυνατόν πιο συγκρίσιμες ως προς την ηλικία, την αρχική γνωστική κατάσταση, άλλα προβλήματα υγείας και τη φαρμακευτική αγωγή.
Πιο αργή γνωστική επιδείνωση με τα νεότερα αντιπηκτικά
Το σημαντικότερο εύρημα ήταν ότι οι άνθρωποι που έπαιρναν NOACs παρουσίασαν πιο αργή επιδείνωση στις γνωστικές τους λειτουργίες σε σχέση τόσο με όσους δεν έπαιρναν αντιπηκτικά όσο και με όσους έπαιρναν βαρφαρίνη. Η διαφορά ήταν σχετικά μικρή, περίπου 0,2 μονάδες τον χρόνο στο τεστ MMSE, αλλά ήταν στατιστικά σημαντική. Αντίθετα, δεν βρέθηκε ουσιαστική διαφορά στον ρυθμό γνωστικής επιδείνωσης μεταξύ της βαρφαρίνης και της απουσίας αντιπηκτικής αγωγής. Η διαφορά γίνεται πιο κατανοητή όταν οι ερευνητές υπολόγισαν πού θα μπορούσε να βρίσκεται η μέση βαθμολογία έπειτα από πέντε χρόνια. Ξεκινώντας από παρόμοια επίπεδα, η εκτιμώμενη βαθμολογία ήταν 14,3 μονάδες για όσους δεν έπαιρναν αντιπηκτικά, 14,5 για όσους έπαιρναν βαρφαρίνη και 15,3 για όσους έπαιρναν NOACs.
Τα ευρήματα αυτά δεν σημαίνουν ότι τα συγκεκριμένα φάρμακα θεραπεύουν το Αλτσχάιμερ ή ότι σταματούν την εξέλιξή του. Οι ερευνητές τονίζουν ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης και ότι χρειάζονται νέες έρευνες για να διαπιστωθεί αν υπάρχει πραγματική σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Άλλωστε, προηγούμενες τυχαιοποιημένες μελέτες σε ανθρώπους με κολπική μαρμαρυγή αλλά χωρίς άνοια δεν είχαν δείξει ξεκάθαρο γνωστικό όφελος από τα αντιπηκτικά.
Λιγότερα εγκεφαλικά και θάνατοι
Τα οφέλη των NOACs δεν περιορίστηκαν στη γνωστική λειτουργία. Σε διάμεση παρακολούθηση 2,7 ετών, οι άνθρωποι που έπαιρναν NOACs εμφάνισαν χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου, εγκεφαλικού ή συστηματικής εμβολής και καταγμάτων σε σύγκριση με όσους δεν έπαιρναν αντιπηκτικά. Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος θανάτου ήταν περίπου 19% χαμηλότερος, ενώ ο κίνδυνος ισχαιμικού εγκεφαλικού ή εμβολής ήταν περίπου 34% χαμηλότερος. Ο κίνδυνος κατάγματος ήταν επίσης περίπου 21% χαμηλότερος. Το σημαντικό είναι ότι δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική αύξηση στις σοβαρές αιμορραγίες.
Η βαρφαρίνη είχε επίσης ορισμένα οφέλη. Συνδέθηκε με χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου και εγκεφαλικού σε σχέση με την απουσία αντιπηκτικής αγωγής. Ωστόσο, συνδέθηκε και με περίπου 31% υψηλότερο κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας. Όταν οι ερευνητές συνέκριναν απευθείας τα δύο είδη φαρμάκων, τα NOACs συνδέθηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο εγκεφαλικού ή εμβολής και τάση για λιγότερες σοβαρές αιμορραγίες.
Οι ερευνητές θεωρούν ότι υπάρχουν αρκετές πιθανές εξηγήσεις για τη σχέση ανάμεσα στην αντιπηκτική αγωγή και τη γνωστική λειτουργία. Η πρόληψη θρόμβων μπορεί να περιορίζει όχι μόνο τα εμφανή εγκεφαλικά αλλά και μικρότερες, μη αντιληπτές βλάβες στον εγκέφαλο. Παράλληλα, οι διαδικασίες που σχετίζονται με την πήξη του αίματος φαίνεται να συνδέονται με τη φλεγμονή και με ορισμένους μηχανισμούς που εμπλέκονται στη νόσο Αλτσχάιμερ.
Το βασικό μήνυμα της μελέτης, επομένως, δεν είναι ότι τα αντιπηκτικά πρέπει να χορηγούνται για την πρόληψη του Αλτσχάιμερ. Είναι ότι, σε ανθρώπους με συννοσηρότητα, που χρειάζονται αντιπηκτική αγωγή για την αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής, τα νεότερα NOACs φαίνεται να έχουν ευνοϊκότερο συνολικό προφίλ από τη βαρφαρίνη. Οι ίδιοι οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η απόφαση για αντιπηκτική θεραπεία πρέπει προς το παρόν να βασίζεται κυρίως στην πρόληψη του εγκεφαλικού και όχι στην προσδοκία ότι το φάρμακο θα επιβραδύνει τη γνωστική έκπτωση.